αὐτοδίκη

αὐτοδικέω
to be
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)
αὐτοδικέω
to be
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)
αὐτοδικέω
to be
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Κλύτος ή Κλυτός — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Ένας από τους Παλλαντίδες. Μαζί με τους δύο αδελφούς του πήγε στην Αίγινα και ζήτησε ενισχύσεις για τον αγώνα εναντίον του Μίνωα. 2. Ένας από τους Αιγυπτιάδες. Σκοτώθηκε από τη Δαναΐδα σύζυγό του, Αυτοδίκη. 3. Ένας… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.